αντιστοιχία

[андистихиа] ουσ. Θ. соответствие.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αντιστοιχία" в других словарях:

  • ἀντιστοιχία — ἀντιστοιχίᾱ , ἀντιστοιχία standing opposite in pairs fem nom/voc/acc dual ἀντιστοιχίᾱ , ἀντιστοιχία standing opposite in pairs fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντιστοιχία — η (Α ἀντιστοιχία) η συμμετρική τοποθέτηση, το να βρίσκεται κάτι απέναντι σε κάτι άλλο νεοελλ. η αναλογία, η σχέση ομοιότητας ή συμφωνίας …   Dictionary of Greek

  • αντιστοιχία — η 1. παράλληλη κατάσταση: Υπάρχει αντιστοιχία βαθμών στο στρατό ξηράς και στο ναυτικό. 2. (γραμμ.), η αντικατάσταση ψιλών φθόγγων με αντίστοιχους δασείς (μεταύριο μεθαύριο) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀντιστοιχίας — ἀντιστοιχίᾱς , ἀντιστοιχία standing opposite in pairs fem acc pl ἀντιστοιχίᾱς , ἀντιστοιχία standing opposite in pairs fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιστοιχίαν — ἀντιστοιχίᾱν , ἀντιστοιχία standing opposite in pairs fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιστοιχιῶν — ἀντιστοιχία standing opposite in pairs fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • χώρος — Για τη στοιχειώδη γεωμετρία, χ. είναι μια αυτονόητη έννοια και αποτελείται από το περιβάλλον μέσα στο οποίο είναι δυνατόν να τοποθετηθούν νοερά τα άλλα, επίσης αυτονόητα, γεωμετρικά στοιχεία: σημεία, ευθείες, επίπεδα. Τα σύγχρονα όμως μαθηματικά… …   Dictionary of Greek

  • πολικότητα — I Η φυσιολογική και μορφολογική ανισοτιμία μεταξύ δύο διαμετρικά αντίθετων περιοχών ενός κυττάρου, ιστού ή οργάνου. Τα δύο σημεία που παρουσιάζουν τη διαφορά ονομάζονται πόλοι. Η παρουσία δύο πόλων σ’ ένα κύτταρο ή όργανο καθιερώνει και έναν… …   Dictionary of Greek

  • Αυστραλία — Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό και τον Ειρηνικό ωκεανό, που περιλαμβάνει την ομώνυμη μεγάλη νήσο του νότιου Ειρηνικού (λόγω του μεγέθους θεωρείται ηπειρωτικό έδαφος), την Τασμανία και άλλα νησιά.Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.